Άσκηση της Ελληνικής κυριαρχίας στό Αιγαίο και στό Ιόνιο Αρχιπέλαγος.

 

Η Ελληνική κυριαρχία στο Αρχιπέλαγος του Αιγαίου ασκήθηκε και ασκείται σύμφωνα με τους ιστορικούς ελληνικούς τίτλους, την ελληνική πολιτιστική παράδοση, την κοινωνική, οικονομική και διοικητική οργάνωση και ζωή, τη θρησκευτική πίστη, γλώσσα, παιδεία, τα ήθη, έθιμα και με ολόκληρο το πλέγμα και τις εκφράσεις της ελληνικής κληρονομιάς.

Σε καμία νήσο, νησίδα, βραχονησίδα, ακόμη και στον μικρότερο βράχο δεν έγινε διάκριση ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, το σύνολό τους δε απετέλεσε και αποτελεί ενιαία πολιτική και οικονομική ενότητα, ιστορικά θεμελιωμένη ελληνική.

 

Η θάλασσα δεν διαχωρίζει τον ελληνικό ηπειρωτικό κορμό από τα 2.800 περίπου, νησιά, νησίδες, βραχονησίδες και άλλους βράχους του Ελληνικού Αρχιπελάγους του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους, αλλά τον ενώνει με αυτά σε ένα ενιαίο πολιτιστικό, κοινωνικό οικονομικό και διοικητικό σύνολο.

Αυτή η ενότητα διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του Έλληνα, πλάθει την ιστορία του και προσδιορίζει την γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και τα πεπρωμένα του Ελληνισμού, εδώ και χιλιάδες χρόνια.

 

Το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου.

Η απελευθέρωση του Αρχιπελάγους του Αιγαίου αποτέλεσε βασικό σκοπό της Εθνικής Επαναστάσεως του 1821. Οι Έλληνες ναυτικοί και ναυμάχοι, με την ανυπέρβλητη ικανότητα και εμπειρία τους, κατατρόπωσαν σε πολλές περιπτώσεις τις ισχυρότερες τουρκικές ναυτικές δυνάμεις και συνέτειναν καθοριστικά στην εθνική απελευθέρωση και αναγέννηση.

Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22ας Ιανουαρίου/3ης Φεβρουαρίου του 1830, πού αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη διεθνή συμβατικά κείμενα αναγνωρίσεως του νέου Ελληνικού Κράτους, και ιδίως με το άρθρο 2, καθορίστηκε, όπως ανήκουν στην Ελλάδα συνολικά τα περί 2.100 νησιά, νησίδες, βραχονησίδες και άλλοι μικροί βράχοι. Με τη διεθνή αυτή «ληξιαρχική» πράξη αποδόθηκε, από της γεννήσεως του νέου Ελληνικού Κράτους, η παράκτια αρχιπελαγική του φυσιογνωμία και αναγνωρίστηκε η μακρά του ναυτική υπόσταση και κληρονομιά.

Με το Πρωτόκολλο εξάλλου του Λονδίνου της 18ης/30ης Αυγούστου του 1832 οριστικοποιήθηκε η ελληνοτουρκική οριοθετική γραμμή κυριαρχίας επί των νήσων κ.λπ. παραχωρήθηκε δε, περαιτέρω, αυτονομία στη Σάμο, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, στην οποία οι Σαμιώτες αντέδρασαν με σφοδρότητα καί βία, αξιώνοντας την ένωσή τους με την Ελλάδα.

Η Κρήτη, η πατρίδα του Διός και του Μινωικού Πολιτισμού είχε και εκείνη αποδυθεί σε σειρά επαναστατικών αγώνων για την εκδίωξη των Τούρκων κατακτητών, τόσο πριν όσο και μετά το 1821.

 Με την τελευταία επανάσταση του Θερίσου το 1905 κηρύχθηκε η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1908, η οποία πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά μέν με τούς νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, τυπικά δε με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 17ης και 30ης Μαΐου του 1913.

Η νικηφόρος για την Ελλάδα εξέλιξη των Βαλκανικών Πολέμων και των ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου, ειδικότερα του Δεκεμβρίου του 1912, κατά τις οποίες ο ελληνικός στόλος του ναυάρχου Π. Κουντουριώτη, πού επέβαινε στο θρυλικό θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» συνέτριψε τον αντίστοιχο τουρκικό, είχε, μεταξύ άλλων, το κυρίαρχο αποτέλεσμα της απελευθερώσεως όλων, ανεξαιρέτως, των νήσων, νησίδων, βραχονησίδων και άλλων μικρών βράχων του Βορείου, Βορειοανατολικού και Ανατολικού Αιγαίου.

Με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 17ης και 30ης Μαΐου 1913, τη Συνθήκη των Αθηνών της 1ης και 14ης Νοεμβρίου του 1913, η οποία κυρώθηκε και με τον ελληνικό νόμο ΔΣΙΓ’ (4213) και με την Απόφαση-Διακοίνωση των Έξι Δυνάμεων της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου της 31ης Ιανουαρίου και 13ης Φεβρουαρίου του 1914, δηλαδή της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας, η Ελλάδα διατηρούσε την

«οριστική κυριαρχία των νήσων του Αιγαίου, τις οποίες κατείχε, με μοναδική εξαίρεση τις νήσους, Ίμβρο, Τένεδο και τις νησίδες Λαγούσες, οι οποίες αποδίδονταν στην Τουρκία, επειδή βρίσκονταν μπρός από την είσοδο των Δαρδανελλίων.

Με τη συνθήκη του Λονδίνου της 17ης και 30ης Μαΐου του 1913 άρθρο 4, ορίζονταν και η ενσωμάτωση της Σάμου με την Ελλάδα, καθώς και της Κρήτης, όπως προαναφέρθηκε.

Συνολικά, το 1912-1913 απελευθερώθηκαν και ενσωματώθηκαν με την Ελλάδα περί τις 230 ελληνικές νήσοι. Η ενσωμάτωση δε αυτή αναγνωρίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις όπως είδαμε παρά πάνω.

Μερικά χρόνια μετά, το 1923 υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάνης.

Η Συνθήκη επικύρωσε την Απόφαση-Διακοίνωση των Έξι Δυνάμεων της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου της 31ης Ιανουαρίου/13ης Φεβρουαρίου του 1914 και επιβεβαίωσε την οριστική κυριαρχία της Ελλάδας στις νήσους, νησίδες, βραχονησίδες και άλλους μικρούς βράχους του Αρχιπελάγους, τις οποίες είχε απελευθερώσει με τους Βαλκανικούς Πολέμους  του 1912-1913. Επίσης, καθόρισε, αντίστοιχα, με σαφές γεωγραφικό όριο, το οποίο δεν επιδέχεται ουδεμιάς παρερμηνείας, τις νησίδες κ.λπ., οι οποίες υπάγονται έκτοτε στην τουρκική κυριαρχία, όπως όρισε και τα κυριότερα νησιά πού της παραχωρήθηκαν. Με την ίδια αυτή διεθνή Συνθήκη καθορίστηκαν, άλλωστε, και τα χερσαία σύνορα των δύο χωρών.

Σημειώνεται ιδιαίτερα ότι η Συνθήκη της Λωζάνης καταρτίστηκε και ίσχυσε μετά από την ατυχή έκβαση, για την Ελλάδα, της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922, υπογράφτηκε δε, εκτός από την Ελλάδα καί την Τουρκία, και από την Γαλλία, την Ιαπωνία, την Ιταλία και τη Ρουμανία.

 

Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου και του Καστελλορίζου.

Ιταλοτουρκικές Συμφωνίες του 1932 και Συνθήκη Ειρήνης του 1947

Η Τουρκία αναγνώρισε την ιταλική κατοχή του Καστελλορίζου και της Δωδεκανήσου με την Συνθήκη Ειρήνης του Ουσύ της 5ης/18ης Οκτωβρίου του 1912, παραιτήθηκε δε οριστικά και ρητά υπέρ της Ιταλίας από κάθε δικαίωμα και τίτλο, με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, άρθρο 15, στα νησιά Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Λειψούς, Σύμη και Κώ, καθώς και «στις νησίδες πού εξαρτώνται από αυτά», επίσης δε και στα νησιά του Καστελλορίζου.

Η Ιταλία και Τουρκία προέβησαν σε χάραξη θαλάσσιας συνοριακής τεθλασμένης γραμμής, αρχικά μέν στο συγκρότημα των νήσων και νησίδων του Καστελλόριζο, στη συνέχεια δε και στο συγκρότημα των νήσων και νησίδων της Δωδεκανήσου. Τόσο οι 51 κορυφές της τεθλασμένης αυτής συνοριακής γραμμής, η οποία εκτείνεται από νότια της Σάμου μέχρι το Καστελλόριζο, όσο και η όδευσή της στον θαλάσσιο αυτόν χώρο, προσδιορίστηκαν μέ απόλυτη γεωγραφική ακρίβεια και απεικονίστηκαν στον ιταλικό ναυτικό χάρτη υπ’ αριθ. 624, στον γαλλικό υπ’ αριθ. 5551 και στον Βρετανικό υπ’ αριθ. 236, σε ότι αφορά την περιοχή του Καστελλορίζου, στους βρετανικούς δε ναυτικούς χάρτες υπ’ αριθ. 236, 872 και 1456, σε ότι αφορά την περιοχή της Δωδεκανήσου.

Αμέσως μετά την λήξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου έγινε η εκχώρηση της Δωδεκανήσου και του Καστελλορίζου στην Ελλάδα από τους Συμμάχους. Αποτελούσε ελάχιστο φόρο τιμής για τους αγώνες της στο πλευρό τους, με τις γνωστές δραματικές απώλειες στρατιωτικού και άμαχου προσωπικού, καταστροφές και άλλες συνέπειες του πολέμου. Συνιστούσε ελληνική εθνική δικαίωση και ολοκλήρωση.

Πράγματι, με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, μεταξύ των Συμμάχων και των συνασπισμένων δυνάμεων και της Ιταλίας, της 10ης Φεβρουαρίου του 1947, άρθρο 14, η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα, υπό την πλήρη κυριαρχία της, τις νήσους της Δωδεκανήσου.

Η προσάρτηση ολοκληρώθηκε και τυπικά με την έκδοση του ελληνικού νόμου 518 της 3ης Ιανουαρίου του 1948.

 

Με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου και του Καστελλορίζου στην Ελλάδα, έκλεισε ο κύκλος της επανακτήσεως της ελληνικής κυριαρχίας στις νήσους και νησίδες του Αρχιπελάγους του Αιγαίου, ο οποίος άρχισε με την Εθνική Επανάσταση του 1821 και συνεχίστηκε τόσο με την ένωση της Μεγαλονήσου Κρήτης και του νησιωτικού της συγκροτήματος μετά την επανάσταση τού Θερίσου του 1905, όσο και με την απελευθέρωση των νησιωτικών συγκροτημάτων του Βορείου, Βορειοανατολικού και Ανατολικού Αιγαίου, κατά την διάρκεια των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913. Το Αρχιπέλαγος επανήλθε στην κυριαρχία της Ελλάδας, στην οποία ανήκε από την Αρχαιότητα, με εξαίρεση όσες νήσους, νησίδες και βραχονησίδες, παραχωρηθήκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Τουρκία, με συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες. Οι ίδιες, άλλωστε, συνθήκες αποτελούν και την διεθνή «ληξιαρχική πράξη» επανακτήσεως της ελληνικής κυριαρχίας στο Αρχιπέλαγος, σε αρμονία προς την μακραίωνη ιστορική πραγματικότητα και με βάση τους αλλεπάλληλους αγώνες, πολέμους και θυσίες της νεότερης Ελλάδας, ως αδιάκοπης συνέχειας προς το ιστορικό της παρελθόν, σε μια γιγαντιαία εθνική προσπάθεια 128 ετών για ανεξαρτησία, δικαίωση και ολοκλήρωση.

 

Σήμερα το Αιγαίο πληρεί απόλυτα τούς διεθνείς κανόνες δικαίου, ώστε να χαρακτηρίζεται και

de jure ως «αρχιπέλαγος». Κατ’ εφαρμογή του Διεθνούς Καθεστώτος και των διατάξεων περί νήσων, κάθε νησί του Αρχιπελάγους του Αιγαίου, ανεξάρτητα από τη θέση του, το μέγεθός του ή άλλο κριτήριο, δικαιούται ίδιας αιγιαλίτιδας και συνορευούσης ζώνης, καθώς και θαλάσσιας αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και υφαλοκρηπίδας, την οποία δικαιούται και οποιαδήποτε άλλη περιοχή των ελληνικών ακτών.

 

 

Η επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας στις νήσους του Ιονίου Πελάγους, του Πατραϊκού και Κορινθιακού Κόλπου.

 

Η ελληνική κυριαρχία στις νήσους, νησίδες, βραχονησίδες και βράχους του Ιονίου Πελάγους επανακτήθηκε με τον τερματισμό της Αγγλικής Αρμοστείας στην Επτάνησο και την ένωσή της με την Ελλάδα, στις 21 Μαΐου/2 Ιουνίου του 1864, κατόπιν σειράς ενωτικών αγώνων και προσπαθειών τόσο των Επτανησίων όσο και του Ελληνικού Κράτους.

Η ελληνική, εξάλλου, κυριαρχία στις νήσους και νησίδες του Πατραϊκού και Κορινθιακού Κόλπου, επανακτήθηκε με τους εθνικούς, επαναστατικούς αγώνες στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα και αναγνωρίστηκε διεθνώς με τη συμβατική διεθνή αναγνώριση του νέου Ελληνικού Κράτους, όπως προαναφέρθηκε.

Κατ’ εφαρμογή του Διεθνούς Καθεστώτος και των διατάξεων περί νήσων, κάθε νησί του Ιονίου Πελάγους, ανεξάρτητα από τη θέση του, το μέγεθός του ή άλλο κριτήριο, δικαιούται ίδιας αιγιαλίτιδας και συνορευούσης ζώνης, καθώς και θαλάσσιας αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και υφαλοκρηπίδας, την οποία δικαιούται και οποιαδήποτε άλλη περιοχή των ελληνικών ακτών.